|
|
ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΥΓΧΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗΗ φυσική επιλογή συχνά αναφέρεται ως η επιβίωση του επιτηδειότερου, ή σύμφωνα με έναν πιο πρόσφατο όρο ως η αναπαραγωγική ικανότητα του επιτηδειότερου. Πολλοί άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση σε σχέση με αυτή, νομίζοντας ότι η ένδειξη για τη φυσική επιλογή, συνιστά ταυτόχρονα και απόδειξη για την άποψη πως το φάσμα της ζωής προήλθε από απλά μόρια μέσω διαρκούς εξελίξεως, χωρίς την παρέμβαση μιας ιδιοφυούς νοημοσύνης. Τα περισσότερα άρθρα για την θεωρία της εξέλιξης τείνουν να καθιστούν τη σύγχυση αυτή ακόμη περισσότερη, επειδή αποτυγχάνουν να καταδείξουν ότι η φυσική επιλογή είναι υπεύθυνη μόνο για περιορισμένες μεταβολές στους γονότυπους και συνεπώς δεν παράγει μεγάλες εξελικτικές μεταβολές. Αντιγραφέας ο Δαρβίνος;Ένας δημιουργιστής, ο χημικός-ζωολόγος Edward Blyth (1810-1873), έγραψε σχετικά με τη φυσική επιλογή το 1835-1837, πριν τον Δαρβίνο, ο οποίος πολύ πιθανόν δανείστηκε την ιδέα από τον Blyth.1 Ένας οργανισμός μπορεί να έχει ένα κληρονομικό χαρακτηριστικό το οποίο σε ένα δεδομένο περιβάλλον, δίνει στον οργανισμό αυτό ένα μεγαλύτερο πλεονέκτημα στο να μεταδώσει τα γονίδιά του στην επόμενη γενιά, από οργανισμούς που στερούνται αυτό το πλεονέκτημα. ΄Ετσι μετά από διαδοχικές γενιές, το χαρακτηριστικό αυτό γίνεται κυρίαρχο στον πληθυσμό. Μια τέτοια βελτιωμένη ευκαιρία για αναπαραγωγική επιτυχία, μπορεί να αποκτηθεί με πολλούς τρόπους.
Προσαρμογή στο περιβάλλονΚατά αυτό τον τρόπο οι οργανισμοί μπορούν να προσαρμοστούν πιο ικανοποιητικά στο περιβάλλον που βρίσκονται. Ας υποθέσουμε ότι ένας πληθυσμός φυτών έχει έναν αριθμό γονιδίων που καθορίζουν το μέγεθος στις ρίζες τους. Εάν εκτεθούν επί πολύ μακρό χρονικό διάστημα σε ξηρό περιβάλλον, το αποτέλεσμα θα είναι να επιβιώσουν όσα θα έχουν μακρύτερες ρίζες που θα τους επιτρέπουν να απορροφούν ικανοποιητικότερα νερό και άλατα. Συνεπώς, τα γονίδια που ευθύνονται για μικρότερες ρίζες έχουν λιγότερες πιθανότητες να επιβιώσουν και να κληρονομηθούν. Στην πορεία του χρόνου, κανένα από αυτά τα φυτά δεν θα έχει γονίδια για μικρές ρίζες, μιας και θα επιβιώσουν όσα έχουν μεγαλύτερες ρίζες. Οι πεποιθήσεις του ΔαρβίνουΑυτού του είδους η προσαρμογή στο περιβάλλον, θεωρήθηκε από τον Κάρολο Δαρβίνο σαν μια διαδικασία η οποία υφίσταται απεριόριστα και είναι υπεύθυνη για μεγάλες μεταβολές στους ζωντανούς οργανισμούς. Αν δηλαδή, νέες ποικιλίες μπορούσαν να εμφανιστούν σε μια σύντομη περίοδο, τότε σε μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, της τάξεως των εκατομμυρίων ετών, θα μπορούσαν να εμφανιστούν καινούργιες ταξινομικές ομάδες ειδών. Για παράδειγμα, κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να προκύψουν τα πτηνά από τα ερπετά, ή τα αμφίβια από τα ψάρια. Ο Δαρβίνος βέβαια δεν γνώριζε τους μηχανισμούς της κληρονομικότητας. Δεν γνώριζε για παράδειγμα, ότι αυτό που μεταδίδει ένας οργανισμός στους απογόνους του μέσω της αναπαραγωγής, είναι βασικά ένα πακέτο πληροφοριών (γονίδια) ή αλλιώς κωδικοποιημένες εντολές. Είναι απαραίτητο να τονίσουμε πως αυτό που κάνει η φυσική επιλογή στην πάροδο του χρόνου, είναι να «ξεφορτώνεται» τη γενετική πληροφορία. Δεν μπορεί δηλαδή να δημιουργήσει νέα γενετική πληροφορία, αλλά απλώς τροποποιεί την ήδη υπάρχουσα. Στο προαναφερθέν παράδειγμα με τα φυτά, είδαμε πως έγιναν πιο ικανά να προσαρμόζονται σε ένα ξηρό περιβάλλον, επειδή έχάσαν ένα μέρος της γενετικής πληροφορίας που είχαν τα προγονικά τους είδη. Η πληροφορία για μακρύτερες ρίζες ήταν ήδη παρούσα στα γονίδια του προγονικού πληθυσμού. Η φυσική επιλογή δεν προκάλεσε, ούτε πρόσθεσε καινούργια πληροφορία. Βέβαια, το τίμημα για την προσαρμογή είναι η μόνιμη απώλεια πληροφορίας σ’ αυτά τα φυτά. Αν το περιβάλλον γίνονταν υγρό, έτσι ώστε οι μικρότερες ρίζες να είναι απαραίτητες για την επιβίωση, η πληροφορία (δηλ. τα γονίδια) για μικρότερες ρίζες δεν θα επανεμφανιζόταν, και έτσι ο πληθυσμός δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί στη νέα αυτή συνθήκη. Ο μόνος εφικτός τρόπος για μια ποικιλία φυτών με μικρότερες ρίζες, θα ήταν μόνο αν είχαμε τον αρχικό πληθυσμό φυτών στον οποίο και οι δύο τύποι γονιδίων ήταν παρόντες. Γενετικά όρια στην ποικιλίαΣε μια διαδικασία απώλειας της γενετικής πληροφορίας, υπάρχει αυτόματα ένα όριο στην ποικιλία, καθώς οι αρχικές γονιδιακές δεξαμενές δεν μπορούν να χάνουν πληροφορία απεριόριστα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα πειράματα διασταύρωσης ειδών, τα οποία αποτελούν ένα είδος επιλογής (τεχνητή επιλογή). Ας δούμε για παράδειγμα τις ποικιλίες αλόγων. Οι άνθρωποι έχουν καταφέρει να παράγουν πολλές ποικιλίες αλόγων μέσω τεχνητής επιλογής από άγρια άλογα (όπως τα πόνυ, τα Αραβικά άλογα, τα Κλάϊντελσντέιλ και τα άλογα για γεωργικές εργασίες), αλλά πολύ σύντομα τα γενετικά περιθώρια εξαντλούνται, επειδή η επιλογή μπορεί να επεξεργαστεί μόνο την υπάρχουσα πληροφορία. Αυτό γίνεται, γιατί η κάθε νέα ποικιλία έχει μέσα της λιγότερη γενετική πληροφορία απ’ ότι υπήρχε στο αρχικό προγονικό είδος αλόγου, απ’ το οποίο προήλθαν οι σύγχρονες ποικιλίες. Δεν μπορεί κανείς να ξεκινήσει με μικρά πόνυ και να αναπαράγει μεγάλα άλογα της ράτσας Κλάϊντεσντέιλ, επειδή δεν υπάρχει στο πόνυ η απαραίτητη πληροφορία. Έτσι, όσο περισσότερες και πιο εξειδικευμένες ποικιλίες δημιουργούνται, τόσο λιγοστεύει η γενετική πληροφορία και στενεύουν τα όρια. Αυτά τα γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα πως η φυσική επιλογή, δεν είναι μια «ανοδική» δημιουργική διαδικασία χωρίς όρια, όπως φαντάστηκε ο Δαρβίνος. Φυσικά, οι θεωρητικοί της εξέλιξης το γνωρίζουν αυτό. Ξέρουν πως πρέπει να επικαλεστούν μια άλλη διαδικασία, η οποία να μπορεί να δημιουργήσει νέα πληροφορία, έτσι όπως απαιτεί η θεωρία της εξέλιξης. Ισχυρίζονται πως κάποτε υπήρχαν ζωντανοί οργανισμοί χωρίς πνεύμονες. Αργότερα με κάποιο τρόπο εμφανίστηκε η πληροφορία για τα πνευμόνια. Κατά τον ίδιο τρόπο, πλάσματα με φτερά προήλθαν από μη φτερωτά πλάσματα μέσω της προσθήκης νέας πληροφορίας. Το γεγονός όμως είναι πως η φυσική επιλογή δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, παρά μόνο να τροποποιεί την ήδη υπάρχουσα πληροφορία. Πώς εξηγούν οι εξελικτικοί την εμφάνιση νέας πληροφορίας;Μιας και η φυσική επιλογή μπορεί μόνο να τροποποιεί ήδη υπάρχοντες οργανισμούς, οι θεωρητικοί της εξέλιξης επικαλούνται τις μεταλλάξεις (τυχαία αντιγραφικά σφάλματα στο γενετικό υλικό) ως το υλικό πάνω στο οποίο επιδρά η φυσική επιλογή για τη δημιουργία νέας πληροφορίας. Τα εργαστηριακά πειράματα όμως έχουν δείξει πως οι μεταλλάξεις δεν προσθέτουν πληροφορία.2 Ένας από τους πιο φημισμένους επιστήμονες πάνω στη γενετική πληροφορία, ο Dr.Werner Gitt, του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Φυσικής και Τεχνολογίας (Federal Institute of Physics and Technology) λέει πως « Δεν υπάρχει κάποιος γνωστός φυσικός νόμος μέσω του οποίου να εμφανίζεται η πληροφορία, ούτε και επαρκεί κάποιο φυσικό φαινόμενο για να γίνει κάτι τέτοιο».3 Ακόμη και οι μεταλλάξεις, οι οποίες φαίνεται να παρέχουν κάποιο γενετικό πλεονέκτημα σε έναν πληθυσμό ειδών, δεν αποτελούν παρά ένδειξη απώλειας γενετικής πληροφορίας και όχι προσθήκης.4 Συνοψίζοντας:
Ισως εάν οι «γνήσιοι πιστοί» της εξέλιξης είχαν αληθινά πειστική απόδειξη για μια δημιουργική διαδικασία, δεν θα αισθάνονταν υποχρεωμένοι να θολώνουν τα νερά τόσο συχνά με το να παρουσιάζουν την διαδικασία της φυσικής επιλογής σαν αυτή να διακήρυττε την πίστη τους στην εξέλιξη του κυττάρου σε άνθρωπο. Επίκειται μεγάλη ανάγκη να πούμε στον σύγχρονο άνθρωπο, πως τα γεγονότα του βιολογικού κόσμου μπορούν να εξηγηθούν επαρκέστερα αν δεχθούμε την βιβλική εκδοχή για την προέλευση των πάντων, βοηθώντας τους έτσι να κατανοήσουν και να δεχθούν το Ευαγγέλιο του Χριστού, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αληθινή προέλευση του κόσμου από έναν Θεό άπειρης σοφίας και νοημοσύνης. ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
|



